- ὑπεράστειος
- ὑπερ-άστειος, über die Maßen artig, witzig
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ὑπεράστειος — exceedingly polished masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
υπεράστειος — ον, Α [ἀστεῑος] εξαιρετικά καλλιεργημένος, πνευματώδης … Dictionary of Greek